20080725
20080208
BlogItemUrl>
εκδρομη
δεν εχω βυζια γεματα πετρελαιο
να θηλασω την πιστη μου
τις λεξεις που πρεπει να πω
τις λεξεις που πρεπει να πω
ενας στρατος ταξιδευει για ΄σενα
που θα οσο ερχεσαι εισαι και στεκεσαι
δεν κοιτω να μη μαθεις τον τιτλο
ειδα ενα νουφαρο, φευγαλεα... το κρατουσες εσυ. ηταν φτηνο ηταν ψευτικο
ηταν ενα νουφαρο. και σκεφτηκα
και μιλησα με εναν θεο αυτοσχεδιο
που θα μας παντρευε
και θα ελεγε σε εσενα για να ακουσω εγω
και θα σ'αγγιζε με ζηλια
ειπα ΟΧΙ
για να γιορτασεις
κι ειπες ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΑΩ ΠΡΟΣΠΑΘΩ
αν ηξερα
αν μου ελεγε η στροφη που αγκαλιαζε 'σε: ΤΩΡΑ
ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ ΝΑ δεσεις τους παλμους
θα εφευγα
οπως κοιτα ενα δεντρο τα χερια
που χαριζει ο Θεος για να κλαιμε
ολοι
τα χερια μας
περπατησα περπατησα και ξερεις πώς χλευαζουν τους δρομους τα ποδια μου
επιασες το λαστιχο και κατι αισθανθηκα
σαν φαντασμα να με ποθει
το δαχτυλο σου στην πλωρη του κλειδιου
λιγο το νυχι σου αγγιζει την πορτα
και μεσα το σπιτι αλλαζει
τυχαια με τρομο, διαλεγει
γυριζει
σαν τυχερο παιχνιδι
φερε μου εσενα που κρυβεις αστερια στ' αυτια σου
ξερω γιατι σου ζητω να μαζεψεις προτασεις
τα παιδια μας θα χτισουν επανω τους
σε δειχνει ο ουρανος για να αλλαξωLabels: 6
εκδρομη
δεν εχω βυζια γεματα πετρελαιο
να θηλασω την πιστη μου
τις λεξεις που πρεπει να πω
τις λεξεις που πρεπει να πω
ενας στρατος ταξιδευει για ΄σενα
που θα οσο ερχεσαι εισαι και στεκεσαι
δεν κοιτω να μη μαθεις τον τιτλο
ειδα ενα νουφαρο, φευγαλεα... το κρατουσες εσυ. ηταν φτηνο ηταν ψευτικο
ηταν ενα νουφαρο. και σκεφτηκα
και μιλησα με εναν θεο αυτοσχεδιο
που θα μας παντρευε
και θα ελεγε σε εσενα για να ακουσω εγω
και θα σ'αγγιζε με ζηλια
ειπα ΟΧΙ
για να γιορτασεις
κι ειπες ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΑΩ ΠΡΟΣΠΑΘΩ
αν ηξερα
αν μου ελεγε η στροφη που αγκαλιαζε 'σε: ΤΩΡΑ
ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ ΝΑ δεσεις τους παλμους
θα εφευγα
οπως κοιτα ενα δεντρο τα χερια
που χαριζει ο Θεος για να κλαιμε
ολοι
τα χερια μας
περπατησα περπατησα και ξερεις πώς χλευαζουν τους δρομους τα ποδια μου
επιασες το λαστιχο και κατι αισθανθηκα
σαν φαντασμα να με ποθει
το δαχτυλο σου στην πλωρη του κλειδιου
λιγο το νυχι σου αγγιζει την πορτα
και μεσα το σπιτι αλλαζει
τυχαια με τρομο, διαλεγει
γυριζει
σαν τυχερο παιχνιδι
φερε μου εσενα που κρυβεις αστερια στ' αυτια σου
ξερω γιατι σου ζητω να μαζεψεις προτασεις
τα παιδια μας θα χτισουν επανω τους
σε δειχνει ο ουρανος για να αλλαξω
να θηλασω την πιστη μου
τις λεξεις που πρεπει να πω
τις λεξεις που πρεπει να πω
ενας στρατος ταξιδευει για ΄σενα
που θα οσο ερχεσαι εισαι και στεκεσαι
δεν κοιτω να μη μαθεις τον τιτλο
ειδα ενα νουφαρο, φευγαλεα... το κρατουσες εσυ. ηταν φτηνο ηταν ψευτικο
ηταν ενα νουφαρο. και σκεφτηκα
και μιλησα με εναν θεο αυτοσχεδιο
που θα μας παντρευε
και θα ελεγε σε εσενα για να ακουσω εγω
και θα σ'αγγιζε με ζηλια
ειπα ΟΧΙ
για να γιορτασεις
κι ειπες ΣΕ ΘΕΛΩ ΣΕ ΑΚΟΥΜΠΑΩ ΠΡΟΣΠΑΘΩ
αν ηξερα
αν μου ελεγε η στροφη που αγκαλιαζε 'σε: ΤΩΡΑ
ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ ΝΑ δεσεις τους παλμους
θα εφευγα
οπως κοιτα ενα δεντρο τα χερια
που χαριζει ο Θεος για να κλαιμε
ολοι
τα χερια μας
περπατησα περπατησα και ξερεις πώς χλευαζουν τους δρομους τα ποδια μου
επιασες το λαστιχο και κατι αισθανθηκα
σαν φαντασμα να με ποθει
το δαχτυλο σου στην πλωρη του κλειδιου
λιγο το νυχι σου αγγιζει την πορτα
και μεσα το σπιτι αλλαζει
τυχαια με τρομο, διαλεγει
γυριζει
σαν τυχερο παιχνιδι
φερε μου εσενα που κρυβεις αστερια στ' αυτια σου
ξερω γιατι σου ζητω να μαζεψεις προτασεις
τα παιδια μας θα χτισουν επανω τους
σε δειχνει ο ουρανος για να αλλαξω
Labels: 6
20080207
BlogItemUrl>
Βιοτεχνία
ο βουδιστης ανεμοστροβιλος ηταν ιδανικο προγευμα
κι εσενα παντα θα σε λενε Σαχίντ κι εμενα με το ονο-
μα καποιου ποταμου. Παίξαμε τον παπά σε εναν δρο-
μο της Νεας Υορκης που είχανε φέρει εδώ και νομιζω
κερδισαμε ή μας βρηκε ξανα ο Θεος.
Δεν ειχα ποτε μου γειτονες. Κι εξυνα το μπρατσο μου με τον τριφτη σε καθε κεηκ.
φονος υποτιθεμενης αξιας
Labels: 6, παραλογο δασος
Βιοτεχνία
ο βουδιστης ανεμοστροβιλος ηταν ιδανικο προγευμα
κι εσενα παντα θα σε λενε Σαχίντ κι εμενα με το ονο-
μα καποιου ποταμου. Παίξαμε τον παπά σε εναν δρο-
μο της Νεας Υορκης που είχανε φέρει εδώ και νομιζω
κερδισαμε ή μας βρηκε ξανα ο Θεος.
Δεν ειχα ποτε μου γειτονες. Κι εξυνα το μπρατσο μου με τον τριφτη σε καθε κεηκ.
φονος υποτιθεμενης αξιας
κι εσενα παντα θα σε λενε Σαχίντ κι εμενα με το ονο-
μα καποιου ποταμου. Παίξαμε τον παπά σε εναν δρο-
μο της Νεας Υορκης που είχανε φέρει εδώ και νομιζω
κερδισαμε ή μας βρηκε ξανα ο Θεος.
Δεν ειχα ποτε μου γειτονες. Κι εξυνα το μπρατσο μου με τον τριφτη σε καθε κεηκ.
φονος υποτιθεμενης αξιας
Labels: 6, παραλογο δασος
20080206
BlogItemUrl>
παραλληλογραφια #1
α-πυρο εις την x
αυτό είναι το μαγικό μου
δύναμαι.
το εκάστοτε πύρ το εξώτερο, παρωδιών μεστό πενθούν μέσα μου ρίζες
η άγνωστος συμμετοχή
θα ψάξω το π μου κουτσαίνοντας τώρα που βρήκα το χ [το δείγμα για ζωή μου: το
πχ] θα χαρίσω σε φιλι,σταίο. σε δένουν οι παλάμες του με εμμονή. με τόση εμμονή
με τόση άνοιξη, άνοιξη [πρεζόνι μου] σε μυρίζω και
τελειώνει του κόσμου το σάλιο – μες την κοιλιά μου ο αιώνας
μα στη σκιά μου κάνεις.
και τελειώνει του κόσμου η κύησις. θασεθηλάσω αγάπη τουτέστιν έλεος και ανοχή
για τα στραβά σου πόδια:
ο πληθυντικός σου [πατέρα] είναι μωρό μι-
σό.
κόλλησα τα αυτιά μου δίπλα-δίπλα
τώρα αλυχτά η σιωπή του νερού τόσο
γοερά τόσο
σκυλίσια σα κλειδωμένα μάθια και το κλειδί ο πόνος
σαν σήμερα παραμιλούσε ο δρόμος
μαςLabels: 6, παραλληλογραφια
παραλληλογραφια #1
α-πυρο εις την x
αυτό είναι το μαγικό μου
δύναμαι.
το εκάστοτε πύρ το εξώτερο, παρωδιών μεστό πενθούν μέσα μου ρίζες
η άγνωστος συμμετοχή
θα ψάξω το π μου κουτσαίνοντας τώρα που βρήκα το χ [το δείγμα για ζωή μου: το
πχ] θα χαρίσω σε φιλι,σταίο. σε δένουν οι παλάμες του με εμμονή. με τόση εμμονή
με τόση άνοιξη, άνοιξη [πρεζόνι μου] σε μυρίζω και
τελειώνει του κόσμου το σάλιο – μες την κοιλιά μου ο αιώνας
μα στη σκιά μου κάνεις.
και τελειώνει του κόσμου η κύησις. θασεθηλάσω αγάπη τουτέστιν έλεος και ανοχή
για τα στραβά σου πόδια:
ο πληθυντικός σου [πατέρα] είναι μωρό μι-
σό.
κόλλησα τα αυτιά μου δίπλα-δίπλα
τώρα αλυχτά η σιωπή του νερού τόσο
γοερά τόσο
σκυλίσια σα κλειδωμένα μάθια και το κλειδί ο πόνος
σαν σήμερα παραμιλούσε ο δρόμος
μας
αυτό είναι το μαγικό μου
δύναμαι.
το εκάστοτε πύρ το εξώτερο, παρωδιών μεστό πενθούν μέσα μου ρίζες
η άγνωστος συμμετοχή
θα ψάξω το π μου κουτσαίνοντας τώρα που βρήκα το χ [το δείγμα για ζωή μου: το
πχ] θα χαρίσω σε φιλι,σταίο. σε δένουν οι παλάμες του με εμμονή. με τόση εμμονή
με τόση άνοιξη, άνοιξη [πρεζόνι μου] σε μυρίζω και
τελειώνει του κόσμου το σάλιο – μες την κοιλιά μου ο αιώνας
μα στη σκιά μου κάνεις.
και τελειώνει του κόσμου η κύησις. θασεθηλάσω αγάπη τουτέστιν έλεος και ανοχή
για τα στραβά σου πόδια:
ο πληθυντικός σου [πατέρα] είναι μωρό μι-
σό.
κόλλησα τα αυτιά μου δίπλα-δίπλα
τώρα αλυχτά η σιωπή του νερού τόσο
γοερά τόσο
σκυλίσια σα κλειδωμένα μάθια και το κλειδί ο πόνος
σαν σήμερα παραμιλούσε ο δρόμος
μας
Labels: 6, παραλληλογραφια
20080131

Labels: 6
20080129
BlogItemUrl>
Ο ΜΑΡΙΟΣ
[ αστραφτει
το μεσα νησι
κι ] ενας χτυπος
αντι για πρωι
σαν νερο μας σκεπαζει
ειμαστε πτωσεις,
κρυες σκοπιες
μια μερα θα γεφυρωσουμε τα στηθη μας και
θα βρει καθενας την καρδια τουLabels: 6, παραλογο δασος
Ο ΜΑΡΙΟΣ
[ αστραφτει
το μεσα νησι
κι ] ενας χτυπος
αντι για πρωι
σαν νερο μας σκεπαζει
ειμαστε πτωσεις,
κρυες σκοπιες
μια μερα θα γεφυρωσουμε τα στηθη μας και
θα βρει καθενας την καρδια του
το μεσα νησι
κι ] ενας χτυπος
αντι για πρωι
σαν νερο μας σκεπαζει
ειμαστε πτωσεις,
κρυες σκοπιες
μια μερα θα γεφυρωσουμε τα στηθη μας και
θα βρει καθενας την καρδια του
Labels: 6, παραλογο δασος
20080128
BlogItemUrl>
Το μειγμα
νομιζα, αφησες αναμμενη την βροχη
για να κοιταξω
κι αφησα στο νερο τις εκπομπες
για να μουλιασουν
οσο αρρωσταινουμε
μεθυσμενοι
και καθολου ανθρωποι
το μειγμα μας ληγει
μες στο ντουλαπι
τι σε διδαξα για να μαθω τοσο φοβο...
Labels: 6, παραλογο δασος
Το μειγμα
νομιζα, αφησες αναμμενη την βροχη
για να κοιταξω
κι αφησα στο νερο τις εκπομπες
για να μουλιασουν
οσο αρρωσταινουμε
μεθυσμενοι
και καθολου ανθρωποι
το μειγμα μας ληγει
μες στο ντουλαπι
τι σε διδαξα για να μαθω τοσο φοβο...
για να κοιταξω
κι αφησα στο νερο τις εκπομπες
για να μουλιασουν
οσο αρρωσταινουμε
μεθυσμενοι
και καθολου ανθρωποι
το μειγμα μας ληγει
μες στο ντουλαπι
τι σε διδαξα για να μαθω τοσο φοβο...
Labels: 6, παραλογο δασος
20080127
BlogItemUrl>
-38
ΠΛΑΓΚΤΟΝ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΠΟΔΙΑ
ΕΧΩ ΛΑΙΜΟΥΣ
ΤΩΡΑ ΘΑ ΚΛΑΨΩ ΟΛΟ ΤΟ ΛΙΠΟΣ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΚΟΛΛΑ ΜΕ ΣΕ ΕΝΑΝ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΟΙΧΟ
ΔΕΝ ΒΡΗΚΑ ΤΟ ΦΡΕΝΟ, ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΣΟΥ ΔΟΥΛΕΥΑ
ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΜΑLabels: 6, γραμματα στον πλαγκτον
-38
ΠΛΑΓΚΤΟΝ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΠΟΔΙΑ
ΕΧΩ ΛΑΙΜΟΥΣ
ΤΩΡΑ ΘΑ ΚΛΑΨΩ ΟΛΟ ΤΟ ΛΙΠΟΣ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΚΟΛΛΑ ΜΕ ΣΕ ΕΝΑΝ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΟΙΧΟ
ΔΕΝ ΒΡΗΚΑ ΤΟ ΦΡΕΝΟ, ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΣΟΥ ΔΟΥΛΕΥΑ
ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΜΑ
ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΠΟΔΙΑ
ΕΧΩ ΛΑΙΜΟΥΣ
ΤΩΡΑ ΘΑ ΚΛΑΨΩ ΟΛΟ ΤΟ ΛΙΠΟΣ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΚΟΛΛΑ ΜΕ ΣΕ ΕΝΑΝ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΟΙΧΟ
ΔΕΝ ΒΡΗΚΑ ΤΟ ΦΡΕΝΟ, ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ
ΣΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΣΟΥ ΔΟΥΛΕΥΑ
ΝΥΧΤΟΦΥΛΑΚΑΣ ΜΑ
Labels: 6, γραμματα στον πλαγκτον
20080126
BlogItemUrl>
Η συμπονια του φοβου
Δεν ηξερα πoιο φως να βαλω. Το ενα μαστιγωνε το αλλο, στην οροφη.
Οταν δυσκολευομαι να κοιμηθω, θυμαμαι ολους εκεινους τους θορυβους που μου στερουσαν τον υπνο οταν ημουν παιδι. Ο σωληνας του καλοριφερ, η βρυση της κουζινας... μεχρι και το σαλιο που επρεπε να καταπιω. Χωνομουν κατω απο το παπλωμα και με νανουριζα με μουρμουρητα ή με διαλογους. Μια-δυο φορες χρειαστηκε να ερθει η μαμα να με απεγκλωβισει απο την μεγαλη αφρατη μπαλα μεσα στην οποια ειχα αποκοιμηθει.
Labels: 6
Η συμπονια του φοβου
Δεν ηξερα πoιο φως να βαλω. Το ενα μαστιγωνε το αλλο, στην οροφη.
Οταν δυσκολευομαι να κοιμηθω, θυμαμαι ολους εκεινους τους θορυβους που μου στερουσαν τον υπνο οταν ημουν παιδι. Ο σωληνας του καλοριφερ, η βρυση της κουζινας... μεχρι και το σαλιο που επρεπε να καταπιω. Χωνομουν κατω απο το παπλωμα και με νανουριζα με μουρμουρητα ή με διαλογους. Μια-δυο φορες χρειαστηκε να ερθει η μαμα να με απεγκλωβισει απο την μεγαλη αφρατη μπαλα μεσα στην οποια ειχα αποκοιμηθει.
Οταν δυσκολευομαι να κοιμηθω, θυμαμαι ολους εκεινους τους θορυβους που μου στερουσαν τον υπνο οταν ημουν παιδι. Ο σωληνας του καλοριφερ, η βρυση της κουζινας... μεχρι και το σαλιο που επρεπε να καταπιω. Χωνομουν κατω απο το παπλωμα και με νανουριζα με μουρμουρητα ή με διαλογους. Μια-δυο φορες χρειαστηκε να ερθει η μαμα να με απεγκλωβισει απο την μεγαλη αφρατη μπαλα μεσα στην οποια ειχα αποκοιμηθει.
Labels: 6
20080125
BlogItemUrl>
λιωμενο νερο
αραγε ποιο μελλον θα αναλυεις
οταν θα μαγειρευω αφρους
απο τα τελειωμενα πελαγα;Labels: 6, παραλογο δασος
λιωμενο νερο
αραγε ποιο μελλον θα αναλυεις
οταν θα μαγειρευω αφρους
απο τα τελειωμενα πελαγα;
οταν θα μαγειρευω αφρους
απο τα τελειωμενα πελαγα;
Labels: 6, παραλογο δασος
20080123
20080122
BlogItemUrl>
what is the kitchen chair doing by the desk chair?
i was missing
and i'm missing again
that street sign with the fence that's not a fence but a railroad...
i love it
what is the kitchen chair doing by the desk?
we've put it there
for you to sit
i've kept it there
for you to sit
and now there's only one kitchen chair in the kitchen
and now there's a lonely chair somewhere in the house
in the lonely kitchen, with a towel left on it
a yellow towel, an overused one
and maybe i should move that chair too
and leave no chairs in the kitchen
and bring the table
and the spoons
and the two forks that i have left
that i'll be left with
or leave everything just the way it is
or turn it back the way it was
or leave this house and run away
or take it with me
or burn it down
or use the forks to shut my eyes
and then burn down
the house the house
or burn the forks
and shut the doors -Labels: 6
what is the kitchen chair doing by the desk chair?
i was missing
and i'm missing again
that street sign with the fence that's not a fence but a railroad...
i love it
what is the kitchen chair doing by the desk?
we've put it there
for you to sit
i've kept it there
for you to sit
and now there's only one kitchen chair in the kitchen
and now there's a lonely chair somewhere in the house
in the lonely kitchen, with a towel left on it
a yellow towel, an overused one
and maybe i should move that chair too
and leave no chairs in the kitchen
and bring the table
and the spoons
and the two forks that i have left
that i'll be left with
or leave everything just the way it is
or turn it back the way it was
or leave this house and run away
or take it with me
or burn it down
or use the forks to shut my eyes
and then burn down
the house the house
or burn the forks
and shut the doors -
Labels: 6
20080121

Labels: 6
BlogItemUrl>
Βιολετα
...ξεκινουσα απο μεσα μου. Σημασια ειχε να με πιστεψω εγω. Να βρεθω εκει οπου ηθελα. Να ακουσω εκεινο που ηθελα να ακουσω. Να ζησω μια γευση απο οσα μου στερουσε η αγνοια και η ηλικια μου. Και τοτε ομως... δεν μιλουσα ευκολα για τα ψεματα μου. Δεν τα ελεγα ευκολα. Ειχα κανα δυο αληθειες, σχεδον απιστευτες και ξεφουρνιζα εκεινες. Ηθελα να δυσπιστουν γυρω μου. Και τα ψεματα μου δεν ηταν μυθικα. Τα χρησιμοποιουσα περισσοτερο σαν διαδρομο γυμναστικης, για να νιωθω πως πηγαινω καπου, να νιωθω την σωματικη κουραση της διαδρομης αποφευγοντας την ιδια τη διαδρομη. Μα σαν αρχισαν γυρω μου να μαζευονται ψευτες...τι ναυτια! Δεν υπαρχει τιποτα πιο ενοχλητικο απο εναν ανθρωπο που προσπαθει να σε πεισει. Το οχημα στο οποιο κινειται μια αρνηση, μια καθολου ενδιαφερουσα ιστορια, πρεπει να ειναι αληθινο. Πραγματικο. Παρολα αυτα, ακουγα με ενδιαφερον μεσα στην ανακατωσουρα, τα ψεματα των αλλων. Οχι τοσο τα ιδια τα ψεματα, οσο τις μικρες λεξεις. Εκεινες τις μικρες λεξεις που απο μονες τους χωνονταν αναμεσα στις επιλεγμενες και με εκαναν να χαμογελω. Εμοιαζαν οι ψευτες με ογκωδη τερατα που προσπαθουσαν να σπρωξουν ενα σπιρτοκουτο και δεν τα καταφερναν. Κι αλλες φορες, με μυρμηγκια που τραβουσαν με ολη τους τη δυναμη, ενα τεραστιο φορτηγο χωρις φορτιο. Και στις δυο περιπτωσεις, το ψεμα δεν ηταν πολυ πιο κοσμικο απο ενα ενδιαφερον, ισως, κουτσομπολιο, εναν αστικο μυθο, αμπαλαρισμενα ολα, με τον φιογκο "μιας ξαδερφης", "ενος γνωστου", "μα ημουν μπροστα"... Κι εγω, παρατηρητης γεματος απο την αλαζονια της κατανοησης, της ωριμοτητας και των πεντεξι βιβλιων που ειχα διαβασει, νομιζα πως ειχα διαχωρισει τους ψευτες, σε ψευτες και υποκριτες. Με τους ψευτες δεν μπορουσα να επικοινωνησω. Φοβομουν πως θα εκανα μια ερωτηση που θα τους εφερνε σε δυσκολη θεση [ "τι κανει εκεινος ο φιλος σου;" ή "πώς περασες στην Γερμανια;" ή "μα θα μας φερεις ποτε εκεινο το οπλο του πατερα σου;" ] αν δε θυμοντουσαν καν τι ειχαν πει, αν αναγκαζονταν να πουν κι αλλα, βαρετα, πειστικα ψεματα. Με τους υποκριτες απο την αλλη, τα πηγαινα μια χαρα. Επειδη δεν προσπαθουσαν να πεισουν. Μου φαινονταν πιο θεατρικοι. Περνουσα υπεροχα μαζι τους οταν το επαιζαν φιλοι, γιατι τη στιγμη που το επαιζαν, ηταν. Μετα... ενας θεος ηξερε τι ελεγαν για 'μενα! Αλλα απο εμας εξαρταται, παντα, τι θα πουν οι αλλοι. Κι εγω εδινα τροφη στους υποκριτες. Γινομουν ο καλυτερος φιλος τους και τους χρησιμοποιουσα, αλλοτε για να ικανοποιησω τη μανια μου, την κτηνωδη ορεξη μου για παρατηρηση κι αλλοτε επειδη ειχαν μηχανακι. [ Και επειδη οι υποκριτες δεν πιστευαν τιποτα απο οσα τους ελεγα, μπορουσα να ειμαι απολυτως ειλικρινης.]
Ενα κοριτσι μονο με σαγηνεψε, μια φορα. Με εκανε να ασχοληθω. Γιατι δεν ανήκε ουτε στους μεν ουτε στους δε. Ειχε κολλησει. Ειχε κανει τον διαδρομο γυμναστικης, μοναδικη οδο. Ειχε βιδωσει τα ποδια και το κεφαλι της στο αορατο οχημα. Φοβηθηκα. Την πηρα σε μια γωνια και την αγκαλιασα. Εκλαιγε με λυγμους για κατι που δεν ειχε συμβει. Δεν εκλαιγε επειδη κανεις δεν την ειχε πιστεψει. Κι εγω ηξερα πως επρεπε να την πιστεψω γιατι καπου στα μισα, μεσα της, ειχε πεισει τον εαυτο της. Ειχε κολλησει. Ειχε κολλησει. Και την παρακαλεσα: "Ειναι κριμα να κλαις για κατι που τοσο υπεροχα θα σε κανει να κλαψεις σε λιγα χρονια, σε λιγα λεπτα ή και ποτέ. Ζουμε εντονα μοναχα αυτα που δε λεγονται και καθολου οσα ανακοινωνονται." Και το κοριτσι σταματησε να λεει ψεματα. Σε εμενα. Σταματησε να μου μιλαει. Ενιωσα τοσο ψευτης... Σταματησαν να με ενδιαφερουν, ολων των ειδων οι ψευτες.
Ισως τοτε να πηρα, ακουσια, την αποφαση να μην πω ξανα ψεματα. Να διασταυρωνω μεσα μου, πολλες φορες, καθε αληθεια μου, πριν την ξεστομισω. Να λεω "δεν ξερω" οταν δεν ξερω. Να επαληθευω τον εαυτο μου πριν θυμωσω, πριν παρακαλεσω, πριν απολογηθω, πριν απαιτησω. Συχνα τα καταφερνω. Μα ερχομαι πιο συχνα στη δυσκολη θεση, σε εκεινη τη θεση που καθεται μονη της η αληθεια, απεναντι σε τοσες αλλες καρεκλες. Καποιες εχουν πανω τους σακακια - ειναι κρατημενες, ομως αδειες ολες. Και καθομαι σαν μεσα σε ονειρο -η καρεκλα μου καρφωμενη στο πατωμα κι εγω νιωθω τον ιλιγγο του τελεφερικ. Η καρεκλα κολλημενη στο πατωμα αντιμετωπη με τις πιασμενες θεσεις κι εγω περιμενω να αρχισει η παρασταση διχως να εχω ιδεα πού θα πεσει το φως οταν θα ερθει εκεινη η στιγμη. Σ'εμενα... ή στα σακακια. Τοτε ξυπναει το ψεμα παλι. Οι πλατες γινονται ανθρωπινες πλατες, τα πανωφορια στηριζονται σε αληθινους ωμους, φορουν παπουτσια τα ξυλινα ποδια - βηχουμε ολοι και χειροκροτουμε. Αναβει ο προβολεας και δεν βλεπω πια τιποτα.
<<Ειχαμε εναν σκυλο, καποτε... Τον Μπογκι. Τον ονομασαμε ετσι επειδη επεμενα εγω πως με μια καπαρντινα θα ηταν ιδιος ο Μπογκαρτ...>>
Labels: 6
Βιολετα
...ξεκινουσα απο μεσα μου. Σημασια ειχε να με πιστεψω εγω. Να βρεθω εκει οπου ηθελα. Να ακουσω εκεινο που ηθελα να ακουσω. Να ζησω μια γευση απο οσα μου στερουσε η αγνοια και η ηλικια μου. Και τοτε ομως... δεν μιλουσα ευκολα για τα ψεματα μου. Δεν τα ελεγα ευκολα. Ειχα κανα δυο αληθειες, σχεδον απιστευτες και ξεφουρνιζα εκεινες. Ηθελα να δυσπιστουν γυρω μου. Και τα ψεματα μου δεν ηταν μυθικα. Τα χρησιμοποιουσα περισσοτερο σαν διαδρομο γυμναστικης, για να νιωθω πως πηγαινω καπου, να νιωθω την σωματικη κουραση της διαδρομης αποφευγοντας την ιδια τη διαδρομη. Μα σαν αρχισαν γυρω μου να μαζευονται ψευτες...τι ναυτια! Δεν υπαρχει τιποτα πιο ενοχλητικο απο εναν ανθρωπο που προσπαθει να σε πεισει. Το οχημα στο οποιο κινειται μια αρνηση, μια καθολου ενδιαφερουσα ιστορια, πρεπει να ειναι αληθινο. Πραγματικο. Παρολα αυτα, ακουγα με ενδιαφερον μεσα στην ανακατωσουρα, τα ψεματα των αλλων. Οχι τοσο τα ιδια τα ψεματα, οσο τις μικρες λεξεις. Εκεινες τις μικρες λεξεις που απο μονες τους χωνονταν αναμεσα στις επιλεγμενες και με εκαναν να χαμογελω. Εμοιαζαν οι ψευτες με ογκωδη τερατα που προσπαθουσαν να σπρωξουν ενα σπιρτοκουτο και δεν τα καταφερναν. Κι αλλες φορες, με μυρμηγκια που τραβουσαν με ολη τους τη δυναμη, ενα τεραστιο φορτηγο χωρις φορτιο. Και στις δυο περιπτωσεις, το ψεμα δεν ηταν πολυ πιο κοσμικο απο ενα ενδιαφερον, ισως, κουτσομπολιο, εναν αστικο μυθο, αμπαλαρισμενα ολα, με τον φιογκο "μιας ξαδερφης", "ενος γνωστου", "μα ημουν μπροστα"... Κι εγω, παρατηρητης γεματος απο την αλαζονια της κατανοησης, της ωριμοτητας και των πεντεξι βιβλιων που ειχα διαβασει, νομιζα πως ειχα διαχωρισει τους ψευτες, σε ψευτες και υποκριτες. Με τους ψευτες δεν μπορουσα να επικοινωνησω. Φοβομουν πως θα εκανα μια ερωτηση που θα τους εφερνε σε δυσκολη θεση [ "τι κανει εκεινος ο φιλος σου;" ή "πώς περασες στην Γερμανια;" ή "μα θα μας φερεις ποτε εκεινο το οπλο του πατερα σου;" ] αν δε θυμοντουσαν καν τι ειχαν πει, αν αναγκαζονταν να πουν κι αλλα, βαρετα, πειστικα ψεματα. Με τους υποκριτες απο την αλλη, τα πηγαινα μια χαρα. Επειδη δεν προσπαθουσαν να πεισουν. Μου φαινονταν πιο θεατρικοι. Περνουσα υπεροχα μαζι τους οταν το επαιζαν φιλοι, γιατι τη στιγμη που το επαιζαν, ηταν. Μετα... ενας θεος ηξερε τι ελεγαν για 'μενα! Αλλα απο εμας εξαρταται, παντα, τι θα πουν οι αλλοι. Κι εγω εδινα τροφη στους υποκριτες. Γινομουν ο καλυτερος φιλος τους και τους χρησιμοποιουσα, αλλοτε για να ικανοποιησω τη μανια μου, την κτηνωδη ορεξη μου για παρατηρηση κι αλλοτε επειδη ειχαν μηχανακι. [ Και επειδη οι υποκριτες δεν πιστευαν τιποτα απο οσα τους ελεγα, μπορουσα να ειμαι απολυτως ειλικρινης.]
Ενα κοριτσι μονο με σαγηνεψε, μια φορα. Με εκανε να ασχοληθω. Γιατι δεν ανήκε ουτε στους μεν ουτε στους δε. Ειχε κολλησει. Ειχε κανει τον διαδρομο γυμναστικης, μοναδικη οδο. Ειχε βιδωσει τα ποδια και το κεφαλι της στο αορατο οχημα. Φοβηθηκα. Την πηρα σε μια γωνια και την αγκαλιασα. Εκλαιγε με λυγμους για κατι που δεν ειχε συμβει. Δεν εκλαιγε επειδη κανεις δεν την ειχε πιστεψει. Κι εγω ηξερα πως επρεπε να την πιστεψω γιατι καπου στα μισα, μεσα της, ειχε πεισει τον εαυτο της. Ειχε κολλησει. Ειχε κολλησει. Και την παρακαλεσα: "Ειναι κριμα να κλαις για κατι που τοσο υπεροχα θα σε κανει να κλαψεις σε λιγα χρονια, σε λιγα λεπτα ή και ποτέ. Ζουμε εντονα μοναχα αυτα που δε λεγονται και καθολου οσα ανακοινωνονται." Και το κοριτσι σταματησε να λεει ψεματα. Σε εμενα. Σταματησε να μου μιλαει. Ενιωσα τοσο ψευτης... Σταματησαν να με ενδιαφερουν, ολων των ειδων οι ψευτες.
Ισως τοτε να πηρα, ακουσια, την αποφαση να μην πω ξανα ψεματα. Να διασταυρωνω μεσα μου, πολλες φορες, καθε αληθεια μου, πριν την ξεστομισω. Να λεω "δεν ξερω" οταν δεν ξερω. Να επαληθευω τον εαυτο μου πριν θυμωσω, πριν παρακαλεσω, πριν απολογηθω, πριν απαιτησω. Συχνα τα καταφερνω. Μα ερχομαι πιο συχνα στη δυσκολη θεση, σε εκεινη τη θεση που καθεται μονη της η αληθεια, απεναντι σε τοσες αλλες καρεκλες. Καποιες εχουν πανω τους σακακια - ειναι κρατημενες, ομως αδειες ολες. Και καθομαι σαν μεσα σε ονειρο -η καρεκλα μου καρφωμενη στο πατωμα κι εγω νιωθω τον ιλιγγο του τελεφερικ. Η καρεκλα κολλημενη στο πατωμα αντιμετωπη με τις πιασμενες θεσεις κι εγω περιμενω να αρχισει η παρασταση διχως να εχω ιδεα πού θα πεσει το φως οταν θα ερθει εκεινη η στιγμη. Σ'εμενα... ή στα σακακια. Τοτε ξυπναει το ψεμα παλι. Οι πλατες γινονται ανθρωπινες πλατες, τα πανωφορια στηριζονται σε αληθινους ωμους, φορουν παπουτσια τα ξυλινα ποδια - βηχουμε ολοι και χειροκροτουμε. Αναβει ο προβολεας και δεν βλεπω πια τιποτα.
<<Ειχαμε εναν σκυλο, καποτε... Τον Μπογκι. Τον ονομασαμε ετσι επειδη επεμενα εγω πως με μια καπαρντινα θα ηταν ιδιος ο Μπογκαρτ...>>
Ενα κοριτσι μονο με σαγηνεψε, μια φορα. Με εκανε να ασχοληθω. Γιατι δεν ανήκε ουτε στους μεν ουτε στους δε. Ειχε κολλησει. Ειχε κανει τον διαδρομο γυμναστικης, μοναδικη οδο. Ειχε βιδωσει τα ποδια και το κεφαλι της στο αορατο οχημα. Φοβηθηκα. Την πηρα σε μια γωνια και την αγκαλιασα. Εκλαιγε με λυγμους για κατι που δεν ειχε συμβει. Δεν εκλαιγε επειδη κανεις δεν την ειχε πιστεψει. Κι εγω ηξερα πως επρεπε να την πιστεψω γιατι καπου στα μισα, μεσα της, ειχε πεισει τον εαυτο της. Ειχε κολλησει. Ειχε κολλησει. Και την παρακαλεσα: "Ειναι κριμα να κλαις για κατι που τοσο υπεροχα θα σε κανει να κλαψεις σε λιγα χρονια, σε λιγα λεπτα ή και ποτέ. Ζουμε εντονα μοναχα αυτα που δε λεγονται και καθολου οσα ανακοινωνονται." Και το κοριτσι σταματησε να λεει ψεματα. Σε εμενα. Σταματησε να μου μιλαει. Ενιωσα τοσο ψευτης... Σταματησαν να με ενδιαφερουν, ολων των ειδων οι ψευτες.
Ισως τοτε να πηρα, ακουσια, την αποφαση να μην πω ξανα ψεματα. Να διασταυρωνω μεσα μου, πολλες φορες, καθε αληθεια μου, πριν την ξεστομισω. Να λεω "δεν ξερω" οταν δεν ξερω. Να επαληθευω τον εαυτο μου πριν θυμωσω, πριν παρακαλεσω, πριν απολογηθω, πριν απαιτησω. Συχνα τα καταφερνω. Μα ερχομαι πιο συχνα στη δυσκολη θεση, σε εκεινη τη θεση που καθεται μονη της η αληθεια, απεναντι σε τοσες αλλες καρεκλες. Καποιες εχουν πανω τους σακακια - ειναι κρατημενες, ομως αδειες ολες. Και καθομαι σαν μεσα σε ονειρο -η καρεκλα μου καρφωμενη στο πατωμα κι εγω νιωθω τον ιλιγγο του τελεφερικ. Η καρεκλα κολλημενη στο πατωμα αντιμετωπη με τις πιασμενες θεσεις κι εγω περιμενω να αρχισει η παρασταση διχως να εχω ιδεα πού θα πεσει το φως οταν θα ερθει εκεινη η στιγμη. Σ'εμενα... ή στα σακακια. Τοτε ξυπναει το ψεμα παλι. Οι πλατες γινονται ανθρωπινες πλατες, τα πανωφορια στηριζονται σε αληθινους ωμους, φορουν παπουτσια τα ξυλινα ποδια - βηχουμε ολοι και χειροκροτουμε. Αναβει ο προβολεας και δεν βλεπω πια τιποτα.
<<Ειχαμε εναν σκυλο, καποτε... Τον Μπογκι. Τον ονομασαμε ετσι επειδη επεμενα εγω πως με μια καπαρντινα θα ηταν ιδιος ο Μπογκαρτ...>>
Labels: 6
20080120
- Tι εισαι;
- Ενα πιατο μισοφαγωμενη κιμαδοπιτα πανω στα αποκηρυγμενα.
- Ενα πιατο μισοφαγωμενη κιμαδοπιτα πανω στα αποκηρυγμενα.
Labels: 6
20080119
20080118
BlogItemUrl>
το γνωστο νερο
επιασε την σκουπα του, παλι, το παραδοξο και μου θυμησε εσενα. οπως σε θυμουνται οι γυναικες στο αναψυκτηριο της παιδικης xαρας. κοντουλη, ακομη και για την ηλικια σου, ακομη και για το τηλεκατευθυνομενο κλειδι που εκρυβες μεσα στο παντελονι σου. φυτεψαν σπαραγμους, φυτρωσαν αγορια. πλάι τους καναμε τσουληθρα. αργοτερα πηδουσες απο το τραμπολινο και επεφτες με την κοιλια στο νερο. σε καθε βουτια, περνουσε ενας xρονος.
Labels: 6, παραλογο δασος
το γνωστο νερο
επιασε την σκουπα του, παλι, το παραδοξο και μου θυμησε εσενα. οπως σε θυμουνται οι γυναικες στο αναψυκτηριο της παιδικης xαρας. κοντουλη, ακομη και για την ηλικια σου, ακομη και για το τηλεκατευθυνομενο κλειδι που εκρυβες μεσα στο παντελονι σου. φυτεψαν σπαραγμους, φυτρωσαν αγορια. πλάι τους καναμε τσουληθρα. αργοτερα πηδουσες απο το τραμπολινο και επεφτες με την κοιλια στο νερο. σε καθε βουτια, περνουσε ενας xρονος.
Labels: 6, παραλογο δασος
